
Περισσότεροι από 200.000 Εβραίους δολοφονήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από Πολωνούς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου λέει ο ιστορικός Jan Grabowski ο οποίος μελέτησε τις βάναυσες διώξεις των θυμάτων. Το συμπέρασμά του: δεν υπήρχαν παρατηρητές στο Ολοκαύτωμα. Haaretz. Του Ofer Aderet, 11-02-2017.
Πριν ένα μήνα ο γεννημένος στην Πολωνία ιστορικός Γιαν Γκραμπόφσκι κέρδισε μια μήνυση εναντίον μιας πολωνικής ιστοσελίδας. Δεκαοκτώ μήνες πριν από αυτό, η ιστοσελίδα είχε εξαπολύσει μια σκληρή επίθεση εις βάρος του υπό τον τίτλο «Sieg Heil κύριε Γκραμπόφσκι», που συνοδευόταν από μια φωτογραφία του υπουργού ναζιστικής προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς. Της επίθεσης είχε προηγηθεί μια εγκωμιαστική αναφορά μιας γερμανικής εφημερίδας στο βιβλίο του Γκραμπόφσκι «Το Κυνήγι των Εβραίων: Προδοσία και Δολοφονία στη γερμανοκρατούμενη Πολωνία». Το βιβλίο περιγράφει την εμπλοκή του πολωνικού πληθυσμού στην κατάδοση και τη δολοφονία Εβραίων που τους ζήτησαν βοήθεια κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Οι υπεύθυνοι της ακροδεξιάς ιστοσελίδας Fronda.pl άσκησαν κριτική στον Γκραμπόφσκι για το ότι έβγαλε στη φόρα τα άπλυτα της Πολωνίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά αυτό που αναστάτωσε περισσότερο τους υπεύθυνους της σελίδας ήταν ότι το βιβλίο εξυμνήθηκε περισσότερο από ότι οπουδήποτε αλλού στη Γερμανία, η οποία ήταν και υπεύθυνη για τον πόλεμο. «Οπότε το επιχείρημα πήγαινε ως εξής: αν οι Γερμανοί εξυμνούν τον Γκραμπόφσκι, τότε ο Γκραμπόφσκι είναι Ναζί», όπως μας εξήγησε ο ίδιος ο Γκραμπόφσκι, 55 ετών, σε μια συνέντευξή του μέσω email στην Haaretz από την Οτάβα του Καναδά όπου διδάσκει. Ο Γκραμπόφσκι του οποίου ο πατέρας ήταν επιζών του Ολοκαυτώματος και του οποίου η έρευνα εστιάζει στα εγκλήματα που διέπραξαν οι Πολωνοί στον πόλεμο, αποφάσισε να μην αφήσει κάτι να πέσει κάτω. Κέρδισε τη μήνυση εις βάρος του ιδιοκτήτη της ιστοσελίδας, του Ταντέους Γκρτσέζικ (Tadeusz Grzesik), τον περασμένο Σεπτέμβρη. Στα τέλη Ιανουαρίου, ο ιδιοκτήτης κατέθεσε έφεση. Καταδικάστηκε σε κοινωνική εργασία, να πληρώσει ένα πρόστιμο 3.000 ζλότι (750 δολάρια) στα Παιδιά του Ολοκαυτώματος – μια οργάνωση Πολωνών επιζώντων που ήταν παιδιά στη διάρκεια του πολέμου – και να δημοσιεύσει μια προσωπική απολογία. «Όπως βλέπετε, το να γράφει κανείς ιστορία στην Πολωνία, για την Πολωνία, δεν είναι καθόλου βαρετό», μας είπε ο Γκραμπόφσκι. Και πρόσθεσε με έναν πιο σοβαρό τόνο: «Ως Πολωνός ιστορικός, πιστεύω ότι το να προσπαθούμε να καλύπτουμε τις λιγότερο ένδοξες πλευρές του εθνικού μας παρελθόντος – κάτι που γίνεται σήμερα στην Πολωνία με μεγάλο ενθουσιασμό – είναι έγκλημα ενάντια στο επάγγελμά μας. Είναι επίσης ανήθικό και, μακροπρόθεσμα, αντιπαραγωγικό και ανόητο.»

Το βιβλίο του Γκραμπόφσκι πρωτοεκδόθηκε στην πατρίδα του το 2011 και δύο χρόνια αργότερα στα αγγλικά από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Ιντιάνα των ΗΠΑ. Μια αναθεωρημένη και εκτεταμένη του εκδοχή, σε εβραϊκή μετάφραση, έχει εκδοθεί πλέον από το Γιαντ Βασέμ, το ίδρυμα μνήμης του Ολοκαυτώματος στην Ιερουσαλήμ. Η έρευνα που ενσωματώνεται στο βιβλίο είναι ο καρπός ενός τρίχρονου αρχειακού ταξιδιού που ξεκίνησε ο Γκραμπόφσκι ενώ προσέγγιζε το φαινόμενο που λέγεται «κυνήγι για Εβραίους». Η προέλευση του όρου ανιχνεύεται στα γερμανικά στη λέξη Judenjagd και αναφέρεται στο ψάξιμο Εβραίων με σκοπό τη δολοφονία τους, αυτών ειδικά που απέδρασαν από τα γκέτο και αναζήτησαν καταφύγιο στους Πολωνούς συμπατριώτες τους στην κατεχόμενη Πολωνία. Το βιβλίο του Γκραμπόφσκι επικεντρώνεται σε μια επαρχία της νοτιανατολικής Πολωνίας που λέγεται Νταμπρόβα Ταρνόβσκα (Dabrowa Tarnowska). Από τις 60.000 του πληθυσμού της στο ξέσπασμα του πολέμου, 5.000 ήταν οι Εβραίοι, εκ των οποίων σχεδόν όλοι στάλθηκαν στο στρατόπεδο θανάτου του Μπέλζετς (Belzec). Από τους 500 που κατάφεραν να αποδράσουν και να κρυφτούν ανάμεσα στους Πολωνούς, μόνον 38 επέζησαν του πολέμου. Όλοι οι υπόλοιποι, όπως ανακάλυψε ο Γκραμπόφσκι, προδόθηκαν και δολοφονήθηκαν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο από τους Πολωνούς γείτονές τους. Τα γεγονότα αυτά συνιστούν «μια εξερεύνηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε σκοτεινές εποχές από την οποία όλοι μας μπορούμε να μάθουμε κάτι.» Αντλώντας από πολωνικά, εβραϊκά και γερμανικά αρχεία του πολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου, ο Γκραμπόφσκι μπόρεσε να καταγράψει την εμπλοκή του ντόπιου πληθυσμού στην παράδοση και τη δολοφονία Εβραίων που αναζήτησαν βοήθεια – αλλά επίσης και τον ηρωισμό των Πολωνών που προσπάθησαν να διασώσουν τους Εβραίους γείτονές τους, κάποιες φορές μάλιστα πληρώνοντάς το με την ίδια τους τη ζωή.
Μεταξύ των δύο αυτών άκρων, ο Γκραμπόφσκι βρήκε και άλλες πιο περίπλοκες περιπτώσεις: Πολωνούς που βοήθησαν Εβραίους όχι για αλτρουιστικούς ή ηθικούς λόγους, αλλά από απληστία. Σε σχέση με αυτό το τελευταίο, η έρευνά του συνιστά πρόκληση για την κυρίαρχη άποψη, σύμφωνα με την οποία αυτοί που πρόσφεραν βοήθεια ήταν «Δίκαιοι των Εθνών». Δεν περιγράφει λίγα παραδείγματα στα οποία οι Πολωνοί που έσωσαν Εβραίους, έβγαλαν έπειτα λεφτά από αυτό και σε κάποιες περιπτώσεις κιόλας τους δολοφόνησαν, αν δεν έπαιρναν αυτό που ήθελαν.

Αυτή ήταν η τραγική ιστορίας της Ρίβκα Γκλούκμαν (Rywka Gluckmann) και των δύο γιων της που το 1942 τους δόθηκε άσυλο από τον Μιχάλ Κόζικ (Michal Kozik) στην επαρχία της Νταμπρόβα Ταρνόβσκα. Μέχρι πριν μπουν οι Ρώσοι στην περιοχή και ελευθερώσουν τους πολίτες της από την γερμανική κατοχή, ο Κόζικ τους επέτρεψε να μείνουν στο σπίτι του, όσο τον πληρώνανε. Αλλά όταν τελειώσανε τα λεφτά, τους έσφαξε και τους τρεις με ένα τσεκούρι. Οι Εβραίοι που κρύβονταν στο απέναντι σπίτι άκουσαν τις κραυγές των κατακρεουργημένων και την επόμενη μέρα έμαθαν ότι η οικογένεια Γκλούκμαν ήταν νεκρή, όπως κατέθεσε μεταπολεμικά ο ντόπιος Άϊζαακ Στίγκλιτζ (Izaak Stieglitz).
Μια καλύτερη μοίρα έτυχε στον Εβραίο οδοντίατρο Γιάκουμπ Γκλατσζστερν (Jakub Glatsztern) που βρήκε καταφύγιο στο σπίτι μιας Πολωνής γυναίκας. Όταν ξέμεινε από λεφτά, γράφει ο Γκραμπόφσκι, στράφηκε στην τελευταία του λύση: να κάνει εξαγωγή ενός δικού του δοντιού, στη θήκη του οποίου είχε κρύψει ένα διαμάντι. Ζήτησε από τον σύζυγο της γυναίκας μια πένσα. «Μου έδωσε μια παλιά σκουριασμένη πένσα. Έπρεπε να βγάλω το δόντι μαζί με τη ρίζα, αλλιώς θα διακινδύνευα να σπάσω το διαμάντι. Οπότε έβγαλα το δόντι μαζί με τη ρίζα, χωρίς παυσίπονο, χωρίς ένεση. Της το πήγα και της είπα ‘Κυρία Καρολάκ, να το, το διαμάντι. Όσο μένω στο σπίτι σου, θα με ταίζεις’.» Για αρχή του έδωσε ένα σάντουιτς με χοιρινό κρέας και μια βότκα.
Η σεξουαλική εκμετάλλευση και ο βιασμός αποτελούσαν επίσης μορφές πληρωμής στις «συναλλαγές» ανάμεσα σε έναν Πολωνό και μια Εβραία γυναίκα που έσωσε. Σχετική μαρτυρία έδωσε η Μίριαμ Λ. (Szejna Miriam L.), μια Εβραία γυναίκα 20 χρονών. Τον Ιούνιο του 1943 την πρόδωσε στην Γκεστάπο ένας άνδρας που υποσχέθηκε να τη σώσει. Στην ανάκρισή της είπε ότι αυτός ο άνδρας που λεγόταν Γκράμπατς (Grabacz), «υποσχέθηκε να βοηθήσει και την ίδια εκείνη νύχτα είχε σεξουαλική επαφή μαζί μου.» Του έδωσε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι, ένα χρυσό ρολόι, μια βέρα και ρούχα αλλά την επόμενη μέρα η ίδια συνελήφθη από την Γκεστάπο. «Τώρα ξέρω ότι είμαι χαμένη κι ότι ο Γκράμπατς με πρόδωσε», είπε στους ανακριτές των Ναζί προτού σταλεί στο Άουσβιτς.
Καθώς το «Κυνήγι Εβραίων» εκδίδεται στο Ισραήλ, μια αντιπαράθεση μαίνεται στην Πολωνία για τον ρόλο του ντόπιου πληθυσμού στο Ολοκαύτωμα. Στο επίκεντρο τίθεται το ερώτημα του αν οι Πολωνοί ήταν θύματα ή συνεργάτες των Ναζί και πως θα περιγράφονταν οι πράξεις τους σε σχέση με τους Εβραίους γείτονές τους: ότι έσωσαν τους Εβραίους, ότι τους δολοφόνησαν ή ότι απλώς παρακολουθούσαν αμέτοχοι τις δολοφονίες τους;
Τον τελευταίο μήνα, σε μια επίσκεψή του στο Ισραήλ, ο Πολωνός πρόεδρος Αντρέϊ Ντούντα (Andrzej Duda) αναφέρθηκε εκτεταμένα στα σκοτεινά κεφάλαια του παρελθόντος του πολωνικού λαού. Μέλος του κυβερνώντος ακροδεξιού κόμματος «Νόμος και Δικαιοσύνη», εκλέχτηκε εν μέρει στη βάση της υπόσχεσής του να εισαγάγει «μια νέα στρατηγική στην πολιτική ιστορίας», ουσιαστικά να αποκρούσει αυτούς «που ψευδώς κατηγορούν τους Πολωνούς» ότι συμμετείχαν στο Ολοκαύτωμα, όπως το έθεσε.
Ωστόσο, στα σχόλια που έκανε στο Ισραήλ, ο Ντούντα πήρε μια πιο μετριοπαθή στάση, παραδεχόμενος ότι «η ιστορική αλήθεια δεν είναι πάντοτε ευχάριστη και ότι αυτό ισχύει και για το πολωνικό έθνος επίσης». Πρόσθεσε «όπως κάθε έθνος, έχουμε έντιμους ανθρώπους αλλά υπάρχουν επίσης κακόβουλοι άνθρωποι» και ότι «αυτοί που έδρασαν ανομολόγητα και απάνθρωπα θα έπρεπε να καταδικαστούν με απόλυτο τρόπο».

Οι Πολωνοί που πήραν μέρος στις διώξεις των Εβραίων κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος «αφαίρεσαν τον εαυτό τους από τον πολωνικό λαό», δήλωσε ο πρόεδρος. Ο καθένας μπορεί να κρίνει αυτή τη δήλωση ανάλογα με την κατανόηση των πραγμάτων που έχει, αλλά σύμφωνα με τα στοιχεία του Γκραμπόφσκι, η απόπειρα να επιχειρηματολογήσει κανείς ότι οι «κακόβουλοι» Πολωνοί ήταν μονάχα μια μειοψηφία και απλώς ένα κομμάτι του πολωνικού λαού είναι υπερ-απλουστευτική και μάλλον ξελασπώνει αρκετά εύκολο όλο τον πολωνικό λαό.
Έθεσα αυτό το ευαίσθητα, πολύ φορτισμένο και επώδυνο ζήτημα στη συζήτηση που είχα με τον Γκραμπόφσκι. Σήμερα, 70 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, τον ρωτάω, είναι δυνατόν οι ιστορικοί να γνωρίζουν πόσοι Εβραίοι δολοφονήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από τους Πολωνούς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου;
Η απάντηση είναι ανατριχιαστική και σε στοιχειώνει. Ο Γκραμπόφσκι παραθέτει έναν τεράστιο αριθμό: πάνω από 200.000 άτομα. «Ακριβείς αριθμοί είναι πολύ δύσκολο να προκύψουν», παρατηρεί, αλλά συνεχίζει και εξηγεί τους υπολογισμούς του. «Μπορεί να ξεκινήσει κανείς λέγοντας ότι 35.000 Πολωνοί Εβραίοι επέζησαν του πολέμου στην Πολωνία (εκτός αυτών που απέδρασαν μέσα στη Σοβιετική Ένωση και γύρισαν μετά τον πόλεμο). Γνωρίζουμε επίσης ότι περίπου ένα ποσοστό 10% των Εβραίων απέδρασε από τα γκέτο το 1942 και το 1943 – συνολικά λοιπόν 250.000 Εβραίοι προσπάθησαν να επιζήσουν αναζητώντας κρησφύγετα.» Αφαιρέστε τον πρώτο αριθμό από τον δεύτερο και έτσι θα δείτε την κλίμακα της «σκοτεινής» περιοχής στην οποία οι Πολωνοί κυρίως αποφάσισαν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει.»
Δεν υπάρχει αμφιβολία, γράφει στο βιβλίο του «ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Εβραίων που κρυβόταν, εξαφανίστηκε λόγω προδοσίας. Τους διώξανε ή απλά τους πιάσανε, τους δέσανε και τους παραδώσανε στο κοντινότερο πολωνικό αστυνομικό τμήμα, ή στη γερμανική χωροφυλακή.» Ένας ολόκληρος μηχανισμός στήθηκε για να κυνηγήσουν Εβραίους, μας λέει. Λειτούργησε υπό γερμανική εποπτεία αλλά όλοι οι συμμέτοχοι ήταν Πολωνοί: χωρικοί που διεξήγαγαν «νυχτερινές περιπολίες», ντόπιοι πληροφοριοδότες, αστυνομικοί, πυροσβέστες και άλλοι. Όλοι μαζί, ισχυρίζεται ο Γκραμπόφσκι, είχαν δημιουργήσει έναν πυκνό ιστό που ήταν αδύνατον να σπάσει από όσους ελπίζανε να κρυφτούν και να δραπετεύσουν.
Ο Γκραμπόφσκι δίνει έμφαση στο γεγονός ότι ο πραγματικός αριθμός των Εβραίων που δολοφονήθηκαν από Πολωνούς είναι ακόμα ψηλότερος από τους υπολογισμούς του. «Το μέτρημά μου είναι πολύ, πολύ συντηρητικό», σημειώνει, «επειδή δεν έχω συμπεριλάβει σε αυτό τα θύματα της Πολωνικής ‘Μπλε’ Αστυνομίας η οποία δεν δολοφονούσε μόνο μετά την εξόντωση του πληθυσμού του γκέτο αλλά και κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων.» Για να υποστηρίξει το επιχείρημά του, επικαλείται και τον Εμάνουελ Ρίγνκενμπλουμ (Emmanuel Ringelblum), τον ιστορικό του Γκέτο της Βαρσοβίας που είπε ότι η «Μπλε» Αστυνομία ήταν υπεύθυνη για «εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους Εβραίων». Συντριπτικά Έγγραφα
Ο Γκραμπόφσκι γεννήθηκε στη Βαρσοβία σε μεικτή οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν Εβραίος, από οικογένεια της Κρακοβίας που αφομοιώθηκε μέσα στην πολωνική κοινωνία, επέζησε του Ολοκαυτώματος κρυμμένος στη Βαρσοβία και πήρε μέρος εκεί στην εξέγερση της πολωνικής αντίστασης το 1944 που στοίχισε τη ζωή σε 200.000 Πολωνούς και είχε ως αποτέλεσμα την σχεδόν πλήρη καταστροφή της πόλης. Η μητέρα του ήταν Χριστιανή, κόρη μιας οικογένειας βετεράνων, ευγενών Πολωνών. Ο Γκραμπόφσκι έχει σήμερα συγγενείς στο Ισραήλ. Το 1988, ένα χρόνο πριν την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος που κυβερνούσε την Πολωνία από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα, μετανάστευσε στον Καναδά. «Ήμουν πεπεισμένος ότι ο κομμουνισμός δεν θα έπεφτε ποτέ. Έκανα λάθος», λέει ο Γκραμπόφσκι. Καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Οτάβα, εξειδικεύεται «στα σχετικά ζητήματα με την εξόντωση των Πολωνών Εβραίων καθώς και την ιστορία των εβραιοπολωνικών σχέσεων κατά την περίοδο 1939-1945», όπως λέει η ιστοσελίδα του. Το «Κυνήγι Εβραίων» είναι το τρίτο κατά σειρά βιβλίο γραμμένο από Πολωνό εβραϊκής καταγωγής και αντιμετωπίζει τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τους συμπατριώτες των Εβραίων γειτόνων. Το πιο διάσημο από αυτά τα βιβλία λέγεται «Γείτονες», του Γιαν Γκρος (Jan T. Gross). Δημοσιευμένο το 2000, το βιβλίο σόκαρε ολόκληρη την Πολωνία και έσπρωξε τη χώρα σε μια παρατεταμένη περισυλλογή. Το βιβλίο λέει την ιστορία ενός πογκρόμ στο Γιεντβάμπνε τον Ιούλιο του 1941 όπου οι Εβραίοι του χωριού κάηκαν ζωντανοί από τους Πολωνούς γείτονές τους. Το 2004, η Πολωνή δημοσιογράφος Άννα Μπικόντ (Anna Bikont) δημοσίευσε το «Έγκλημα και Σιωπή» (Αγγλική έκδοση 2015, εβραϊκή μετάφραση το 2016) το οποίο περιέχει συνεντεύξεις με αυτόπτες μάρτυρες, δολοφόνους και επιζώντες που συνδέονται με το πογκρόμ που περιγράφει ο Γκρος.
Αλλά ενώ οι Γκρος και Μπικοντ παράγουν μικρο-ιστορίες ενός πογκρόμ, ο Γκραμπόφσκι ξεκίνησε για να περιγράψει ένα ολόκληρο φαινόμενο. Κάνοντάς το, διεύρυνε την οπτική της σύγχρονης γνώσης γύρω από τον ρόλο που έπαιξαν οι Πολωνοί στις διώξεις των Εβραίων στο Ολοκαύτωμα. Το φόντο της έρευνάς του αποτελούσαν πολυάριθμες αρκετά γνωστές ιστορίες πολλών Πολωνών της πολεμικής περιόδου οι οποίες συχνά περιλαμβάνανε δηλώσεις όπως «ήρθαν οι Γερμανοί και πήραν τους Εβραίους μακριά». Ένας από τους στόχους του βιβλίο του, γράφει είναι «να απαντήσει στο ερώτημα του πως ακριβώς γνώριζαν οι Γερμανοί που να ψάξουν για τους Εβραίους και να ξεσκεπάσει τις συνθήκες γύρω από την ανίχνευση και τον θάνατο των δυστυχών προσφύγων που κρύβονταν σε χωριά και δάση της πολωνικής επαρχίας.»

Βρήκε την απάντηση στα αρχεία όπου διάβασε κάποια συντριπτικά έγγραφα, όπως το ημερολόγιο που άφησε πίσω του ο Στάνισλαβ Ζεμίνσκι (Stanislaw Zeminski), ένας δάσκαλος από το Λούκοβ (Lukow) της ανατολικής Πολωνίας. Κατέγραψε τις φρικαλεότητες του πολέμου μέχρι που και ο ίδιος πέθανε στο στρατόπεδο θανάτου του Μαϊντάνεκ, μάλλον το 1943. Το ημερολόγιο του Ζεμίνσκι που βρέθηκε μετά τον θάνατό του σε ένα σκουπιδότοπο του στρατοπέδου, τελικά έφτασε στο αρχείο του Εβραϊκού Ιστορικού Ινστιτούτου της Βαρσοβίας.
«Για μένα η κατάσταση ήταν ακόμα πιο τραγική», έγραψε ο Ζεμίνσκι, «επειδή το όργιο των δολοφονιών δεν ήταν μονάχα πράξη των Γερμανών αλλά και των Ουκρανών και των Λετονών συνεργατών τους. Ήταν ξεκάθαρο ότι οι δικοί μας [Πολωνοί] αστυνομικοί θα έπαιρναν μέρος στη σφαγή (ξέρει ο καθένας ότι πρόκειται για ζώα), αλλά αποδείχτηκε ότι και οι κανονικοί Πολωνοί, οι κατά τύχη εθελοντές, συμμετείχαν στη σφαγή επίσης.»
Έπειτα όσα γράφει είναι δυσανάγνωστα. Προσφέρει τη μαρτυρία του για τους Πολωνούς χωρικούς που περικύκλωσαν ένα γειτονικό χωριό και ξεκίνησαν το κυνήγι Εβραίων, όπως το θέτει ο Ζεμίνσκι. Το έκαναν, γράφει, για να αποκτήσουν τα βραβεία που τους πρόσφεραν οι Γερμανοί: βότκα, ζάχαρη, πατάτες, λάδι – καθώς και προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων.
«Οι ντόπιοι κάτοικοι ήταν ενεργά εμπλεκόμενοι στην ανίχνευση Εβραίων στα καταφύγια για να τους βάλουν στα γκέτο», έγραψε ο Ζεμίνσκι στο ημερολόγιό του, το οποίο ο Γκραμπόφσκι παραθέτει στο βιβλίο του. «Έβγαλαν τους Εβραίους από τα σπίτια τους, τους έπιασαν στα χωράφια, στα λιβάδια. Οι πυροβολισμοί ακόμη ηχούν αλλά οι ύαινές μας έχουν ήδη καρφώσει τα μάτια τους στις εβραϊκές περιουσίες. Τα [εβραϊκά] σώματα είναι ζεστά, αλλά οι άνθρωποι έχουν ήδη αρχίσει να γράφουν γράμματα, να ζητάνε τα εβραϊκά σπίτια, τα εργαστήρια ή κάποια κομμάτια γης.» Ο κόσμος, παρατηρούσε, «κατατάσσονταν εθελοντικά για το κυνήγι, χωρίς πίεση.» Οι «ήρωες» του βιβλίου του Γκραμπόφσκι, αυτοί που πήραν μέρος στο Κυνήγι των Εβραίων και το έκαναν εθνικό σπορ, ήταν άνθρωποι σαν τον Γιόζεφ Κοζάτσκα (Jozef Kozaczka), από την Νταμπρόβα, ο οποίος έφτιαξε μια μεγάλη κρυψώνα για 18 από τους Εβραίους της πόλης – και έπειτα με δική του πρωτοβουλία τους πρόδωσε στους Γερμανούς.
Ακόμη ένας «ήρωας», ο Μιχάλ Βιτκόβσκι (Michal Witkowski) από το Luszowice έπιασε μια εβραιοπούλα που κρυβόταν στον αχυρώνα του και την παρέδωσε στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό, όπου και την εκτελέσανε. Στο δρόμο της πήρε μια μικρή κούτα που κρατούσε με δύο ζακέτες και ένα μικρό κουτί με μια βελόνα και κλωστή. Καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκιση μετά τον πόλεμο. Χάρη στις δίκες που έγιναν για ανθρώπους σαν και αυτόν από το μεταπολεμικό κομμουνιστικό καθεστώς της Πολωνίας, ο Γκραμπόφσκι ήταν ικανός να ξεσκεπάσει πολλές πληροφορίες για τον ρόλο που έπαιξαν οι Πολωνοί στη δίωξη των Εβραίων κατά τον πόλεμο. Οι περισσότερες από 300 σελίδες του βιβλίου είναι γεμάτες τρανταχτές μαρτυρίες που απεικονίζουν τους Πολωνούς χωρικούς σαν άκαρδα τέρατα που ήταν έτοιμα να σκοτώσουν τους γείτονές τους για ένα μπουκάλι βότκα εντελώς απαθέστατοι. Ο Γκραμπόφσκι περιγράφει ένα «απίστευτο επίπεδο βίας, που εξελισσόταν σε ένα όργιο δολοφονιών.» Υποστηρίζει τα συμπεράσματά του με μαρτυρίες από Εβραίους και Πολωνούς που ζούνε ακόμα.
«Εκείνες τις τραγικές ημέρες μπορούσαμε να δούμε τα ζωώδη ένστικτα του Πολωνού χωρικού», κατέθεσε μια Εβραία γυναίκα, η Χάγια Ρόζενμπλατ-Λεβί (Chaja Rosenblatt-Lewi), λίγο μετά τον πόλεμο. «Δεν τους ήταν αρκετό να διώξουν τους Εβραίους, έπρεπε να τους κυνηγήσουν και στα δάση και στα χωράφια, να τους πάρουν ό,τι τους είχε απομείνει», μας είπε η Χάγια. Επισήμανε ότι το κυνήγι των Εβραίων από τους Πολωνούς στις περιοχές που συνορεύαν με τα γκέτο έγινε τόσο σύνηθες θέαμα που «ακόμα και τα σκυλιά είχαν συνηθίσει τον ήχο των πυροβολισμών και είχαν σταματήσει πια να γαυγίζουν.» Εξηγώντας το ιστορικό φόντο του φαινομένου αυτού, ο Γκραμπόφσκι μου είπε πως στην κορύφωση του πολέμου, η εβραϊκή ζωή θεωρούταν δίχως καμία αξία από πολλούς Πολωνούς. Τόσο πολύ μάλιστα που «πολλοί σταμάτησαν να βλέπουν τη δολοφονία Εβραίων σαν έγκλημα». Πως συνέβη αυτό; «Πολλοί Πολωνοί χωρικοί είδαν τους Εβραίους μέσα από το πρίσμα της προαιώνιας ανάμειξης ποικίλων αντισημιτικών κλισέ και προκαταλήψεων που τους δίδασκε η Καθολική Εκκλησία», μας λέει ο Γκραμπόφσκι. Σε σχέση με αυτό επισημαίνει ότι τα αρχεία της Καθολικής Εκκλησίας στην Πολωνία παραμένουν «επτασφράγιστα», οπότε και η πλήρης και ακριβής εικόνα της συνεισφοράς του θεσμού αυτού στις διώξεις των Εβραίων παραμένει εν πολλοίς άγνωστη.
Προσθέτει στα παραπάνω και την εμφάνιση «μιας δηλητηριώδους τάσης εθνικισμού του 19ου και 20ού αιώνα», συνδυασμένης με μια «αρκετά σημαντική εβραϊκή παρουσία» στην Πολωνία – σε κάποιες από τις περιοχές της χώρας που ερεύνησε, οι Εβραίοι αποτελούσαν το 50% του πληθυσμού. Ένας ακόμη παράγοντας στη σειρά των αιτιών της δίωξης των Εβραίων από τους Πολωνούς ήταν ο τρόμος της καθημερινότητας υπό γερμανική κατοχή. «Ο συνδυασμός των τριών αυτών παραγόντων, ισχυρίζομαι, δημιούργησαν ένα άσχημο κλίμα στο οποίο το μίσος καλλιεργούταν», μας λέει ο Γκραμπόφσκι. Ωστόσο, επισημαίνει, δεν αποζητώ την καταδίκη ολόκληρου του πολωνικού λαού: «Δεν υπάρχει κάτι ‘εθνικό’, ή πολωνικό, στην ιστορία – μπορεί κανείς να βρει παρόμοιες καταστάσεις στη Λιθουανία και την Ουκρανία.»
Βραβεία και τιμωρίες
Για τους Γερμανούς το κυνήγι Εβραίων εξαρτιόταν από την μεγάλης κλίμακας εμπλοκή του ντόπιου πολωνικού πληθυσμού. Οι μαρτυρίες για αυτό βρίσκονται εξάλλου καιστα γερμανικά αρχεία. Ένα από αυτά ήταν μια έκθεση από τα SS και τη διοίκηση της αστυνομίας στην περιοχή της Βαρσοβίας τον Μάρτιο του 1943, με τίτλο «Εκκρεμότητες: Σύλληψη και Εξόντωση των Εβραίων που παραμένουν κρυμμένοι». Το έγγραφο που αναπαράγεται ολόκληρο στο βιβλίο του Γκραμπόφσκι, λέει: «Προκειμένου να επιτύχουμε, πρέπει να εμπλέξουμε την Ειδική Υπηρεσία (Sonderdienst), την Πολωνική Αστυνομία και τους πληροφοριοδότες. Είναι επίσης απαραίτητο να κάνουμε τις μεγάλες μάζες της πολωνικής κοινωνίας να ασχοληθούν.» Το έγγραφο προσέθετε «τα άτομα που έχουν βοηθήσει στις συλλήψεις Εβραίων μπορούν να λάβουν το ένα-τρίτο της κατασχεμένης τους περιουσίας». Για να πετύχουν τον στόχο τους, εξηγεί ο Γκραμπόφσκι, οι Γερμανοί ανέπτυξαν ένα σύστημα επιβραβεύσεων και τιμωριών το οποίο ανέμειξαν με την προπαγάνδα τους ενάντια στην «εβραϊκή απειλή». Η τιμωρία αν έκρυβες Εβραίους, για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι πρόστιμο, φυλάκιση ή και θάνατος. «Χωρικοί, πυροσβέστες, γέροι και πολωνική νεολαία της επαρχίας γίνονταν καταναγκαστικά κομμάτι του γερμανικού συστήματος και τους επιβάλλονταν βάναυσα γερμανικά αντίποινα και εξίσου βάναυση γερμανική πειθαρχία», γράφει ο Γκραμπόφσκι. Την ίδια στιγμή, παρατηρεί ότι «η θανάσιμη αποτελεσματικότητα» αυτού του συστήματος βασιζόταν «στον ζήλο και την προθυμία των συμμετεχόντων σε αυτό».

Σύμφωνα με μια μελέτη που διεξήγε το Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης της Πολωνίας, μια οργάνωση που λειτουργεί υπό την αιγίδα της κυβέρνησης και με κρατική χρηματοδότηση, περίπου 700 Πολωνοί εκτελέστηκαν από τους Ναζί επειδή παρείχαν βοήθεια σε Εβραίους. Μία από τιςπιο γνωστές περιπτώσεις είναι αυτή τηςοικογένειας Ούλμα, από ένα χωριό τηςΜάρκοβα (Markowa), που έκρυψε λίγους Εβραίους. Ολόκληρη η οικογένεια – γονείς (η μητέρα ήταν έγκυος την εποχή εκείνη) και τα έξι παιδιά της – δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς μαζί με τους Εβραίους που κρύβανε.
Πέρυσι ένα μουσείο που είναι αφιερωμένο στον ηρωισμό της οικογένειας Ούλμα ιδρύθηκε στο χωριό τους, καθώς και ένα εθνικό μνημείο για τους άλλους Πολωνούς που βοήθησαν τους Εβραίους κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Ο Γκραμπόφσκι αναγνωρίζει τον ηρωισμό της οικογένειας Ούλμα αλλά επισημαίνει ότι ο αντίκτυπος της πράξης τους υπερτονίζεται ακριβώς επειδή είναι μια μοναχική εξαίρεση μέσα στο ντόπιο πεδίο. Οι πολωνικές αρχές χρησιμοποιούν την οικογένεια Ούλμα κυνικά, λέει ο Γκραμπόφσκι, σε μια προσπάθειά τους να παρουσιάσουν μια ψευδή εικόνα, υπονοώντας πως η διάσωση Εβραίων ήταν διαδεδομένη στην κατεχόμενη Πολωνία – μια αφήγηση, προσθέτει, που υποστηρίζεται από τη μεγάλη πλειοψηφία του πολωνικού πληθυσμού. Απέναντι σε αυτό το ιστορικό φόντο «το γεγονός ότι οι Πολωνοί που έσωσαν Εβραίους ήταν πολλοί λίγοι και ότι αποτελούσαν μια ελάχιστη, τρομοκρατημένη ομάδα που φοβόταν πιο πολύ απ’ όλα τους ίδιους τους, τους γείτονες, μοιάζει να χάνεται σαν νόημα από όσους μιλάνε για μια ‘αθώα Πολωνία’», μας λέει. Και ποιες ήταν οι επιβραβεύσεις; Οι μαρτυρίες που έχει συλλέξει ο Γκραμπόφσκι δείχνουν ότι σε μερικές περιπτώσεις οι Πολωνοί χωρικοί διαπραγματεύονταν ευθέως με τους Γερμανούς για αυτό το ζήτημα. Το βιβλίο του αναφέρει την περίπτωση του Μπρόνισλαβ Πρζέτζιαλ (Bronislaw Przedzial), από το μικρό χωριό Μπατζιένικα (Bagienica), που απαίτησε δύο κιλά ζάχαρη από τους Γερμανούς για τους Εβραίους που βρήκε ενώ χτένιζε τα κοντινά στο σπίτι του δάση.
Σε ένα άλλο μέρος, οι Γερμανοί πρόσφεραν 500 ζλότι για κάθε Εβραίο, σύμφωνα με μια μαρτυρία ενός Εβραίου επιζώντα. Ένας χωρικός, γράφει ο Γκραμπόφσκι, που καταδικάστηκε σε φυλάκιση μετά τον πόλεμο για συνέργια στη δολοφονία δύο Εβραίων, είπε ότι ο διαβόητος διοικητής της Γκεστάπο στην πόλη Νόβι Σατς (Nowy Sacz), ο Χάϊνριχ Χάμαν (Heinrich Hamann), «μας ρωτούσε τι θέλαμε ως ανταμοιβή για τη δολοφονία αυτών των Εβραίων». Ερώτηση στην οποία ένας Πολωνός απάντησε «Ό,τι νομίζετε, αν και εγώ προσωπικά θα ήμουν εντάξει με λίγα ρούχα».
Οι Πολωνοί κάποιες φορές διαμαρτύρονταν για την ποιότητα των «βραβείων» που έπαιρναν. Ο Γκραμπόφσκι μας λέει για έναν χωρικό που έθαψε τα πτώματα των Εβραίων που εκτελέστηκαν και έπειτα πήρε ένα φόρεμα, παπούτσια και ένα τσεμπέρι. «Αλλά μονάχα ύστερα ανακάλυψα [sic] ότι υπήρχε μια τρύπα από σφαίρα στην πίσω πλευρά του φορέματος», παραπονέθηκε.

Αλλά δεν ήταν απλώς λιτοί και αμόρφωτοι χωρικοί που πήραν μέρος στο κυνήγι των Εβραίων. Σύμφωνα με τη μεταπολεμική μαρτυρία ενός πυροσβέστη με το όνομα Φράντσιζεκ Γκλαμπ (Franciszek Glab), από την πόλη Λίπνιτσα (Lipnica), ο ανώτερός του τον διέταξε αυτόν και τους άλλους πυροσβέστες να ψάξουν για Εβραίους που κρύβονται.
«Αν και είχαμε πληροφορίες ότι κρύβονταν στην Λίπνιτσα, δεν βρήκαμε κανέναν», θυμάται. «Αργότερα κάποιος μας είπε ότι υπήρχαν κάποιοι Εβραίοι στο χωριό Φαλκόβα [Falkowa]. Πήγαμε εκεί και βρήκαμε μια Εβραία στο σπίτι του Κουρζάβα [Kurzawa] και έναν Εβραίο ακόμα στο σπίτι του Φρίντα [Fryda]. Δώσαμε στους Εβραίους ένα καλό χέρι ξύλο και τους φέραμε στο αστυνομικό τμήμα.» Λίγες μέρες μετά, πρόσθεσε, «μας καλέσανε όλους να κάνουμε αναφορά του περιστατικού στην Γκεστάπο του Νόβι Σατς, όπου και δώσανε στον καθένα μας δύο παλτό που ανήκανε πιο πριν σε Εβραίους, σαν επιβράβευση για την επιμελή μας εργασία.»
Το να βρεις τους Εβραίους πουκρύβονταν σε πολωνικά σπίτια δεν ήταν εύκολο έργο. Η σύζυγος του Γιαν Κουρζάβα στου οποίου τον αχυρώνα βρήκανε οι πυροσβέστες την Εβραία γυναίκα, θυμάται ότι ο άνδρας της στην αρχή δεν την είχε ενημερώσει για την Εβραία αλλά τον ανάγκασε «με ένα σκούντημα από ένα τσεκούρι στο κεφάλι του για να τον κάνει να μιλήσει.» Στον Γκραμπόφσκι προέκυψαν και πιο γενικά ζητήματα και σκέψεις μέσα από αυτή την εις βάθος έρευνά του, η οποία περιλάμβανε και τη μακρά του παραμονή ως υπότροφου ερευνητή στη Διεθνή Σχολή Σπουδών του Ολοκαυτώματος στο Γιαντ Βασέμ. Πλέον ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι ο συχνά χρησιμοποιούμενος όρος «bystanders» (όσοι παρακολουθούσαν αμέτοχοι το έγκλημα) – για να περιγράψει την αδιάφορη απόκριση της πλειοψηφίας του ντόπιου πληθυσμού, στην Πολωνία και αλλού στην Ευρώπη – θα έπρεπε να αφαιρεθεί οριστικά από τα λεξικά των ιστορικών. Το συμπέρασμά του από τις πολλές μαρτυρίες που διάβασε είναι ότι ήταν αδύνατον να παραμείνει κανείς ουδέτερος και αδιάφορος, ειδικά στην κατεχόμενη Πολωνία, όπου το Ολοκαύτωμα έφτασε στο ίδιο το πλατύσκαλο τόσο πολλών σπιτιών.
«Το γενικό μάθημα», μας λέει, «είναι ότι κανείς απ’ όσους έζησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ανατολική Ευρώπη δεν θα μπορούσε να τη γλιτώσει χωρίς τραύματα ή ουλές, του ενός ή του άλλου είδους. Δεν υπήρχαν παρατηρητές (bystanders) στο Ολοκαύτωμα – όλοι έδρασαν και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αναμείχθηκαν στα γεγονότα.» Κάποιοι πήραν ενεργό μέρος στο κυνήγι με τη δική τους ελεύθερη βούληση. Άλλοι το έκαναν μετά από πίεση. Και άλλοι κοιτούσαν πίσω από την κουρτίνα του σπιτιού τους ενώ Εβραίοι δολοφονούνταν από Πολωνούς χωρικούς ή οδηγούνταν στο αστυνομικό τμήμα.
Ofer Aderet, Ανταποκριτής της Haaretz
Comments