Ιστορικές Φωτογραφίες δίνουν μια Γεύση του Βερολίνου του 1945
- Jewish&IsraelStories
- Mar 26, 2020
- 2 min read
Updated: Apr 11, 2020
Ένα νέο βιβλίο προσφέρει μια συναρπαστική ματιά στη ζωή των δρόμων της γερμανικής πρωτεύουσας στο τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Haaretz. Του Avner Shapira, 10-05-2015.

Η τελευταία συναυλία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου υπό την κυριαρχία του Τρίτου Ράϊχ έλαβε χώρα στις 12 Απριλίου του 1945 και συμπεριλάμβανε το φινάλε του «Götterdämmerung» («Λυκόφως των Θεών»), γραμμένο από τον αγαπημένο συνθέτη του Αδόλφου Χίτλερ, τον Ρίχαρντ Βάγκνερ. Αποτελούσε επίσης μια μουσική αντανάκλαση για το φινάλε της ναζιστικής Γερμανίας, μια τελική σημείωση που σημάδευε το τέλος μιας ντουζίνας χρόνων δικτατορίας και έξι χρόνων πολέμου.
Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 16 Απριλίου, ξεκίνησε η Μάχη του Βερολίνου με τις ρωσικές δυνάμεις να παίρνουν τον έλεγχο της πρωτεύουσας του Ράϊχ μέσα σε δύο εβδομάδες. Ήταν η μεγαλύτερη μάχη του Δευτέρου Παγκοσμίου σε γερμανικό έδαφος και με τις δύο πλευρές να υποφέρουν βαριές απώλειες. Σήμανε, επίσης, το τέλος του Χίτλερ, ο οποίος αυτοκτόνησε στο καταφύγιό του στο Βερολίνο στις 30 Απριλίου, και της ναζιστικής κυριαρχίας που ολοκληρώθηκε με την παράδοση των Γερμανών στις αρχές Μάη.
Σχεδόν αμέσως στο Βερολίνο ξανάρχισε να παίζει μουσική. Μια μελαγχολική φωτογραφία εκείνης της εποχής δείχνει έναν στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού να στέκεται ανάμεσα στα ερείπια και να παίζει βιολί για μια ομάδα άλλων στρατιωτών.
Αυτή την εβδομάδα, στην εβδομηκοστή επέτειο της νίκης επί των Ναζί, δίνεται η ευκαιρία να ξεφυλλίσει κανείς ένα καινούργιο βιβλίο, το «Βερολίνο 1945», το οποίο συγκεντρώνει μια συλλογή σπάνιων φωτογραφιών από την πόλη κατά τη διάρκεια της μοιραίας εκείνης χρονιάς – τραβηγμένες ως επί το πλείστον από φωτογράφους του Κόκκινου Στρατού. Ο τόμος των εκδόσεων Berlinica της Νέας Υόρκης, στον οποίο τα κείμενα γράφει ο Michael Brettin και τις φωτογραφίες έχει επιλέξει ο Peter Kroh, μας προσφέρει μια συναρπαστική ματιά μέσα απ’ την κατεστραμμένη γερμανική πρωτεύουσα σε αυτή της την μοναδική, ιστορική στιγμή. Αυτή η σημαντική μητρόπολη είχε απογίνει πια «ένας σωρός από χαλάσματα και συντρίμμια που τύχαινε να βρίσκεται κοντά στο Πότσνταμ», όπως το χε πει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Αλλά μέσα από τα κατεστραμμένα κτίρια, τους Ρώσους στρατιώτες, τα διαλυμένα τανκς και τις μάζες των προσφύγων που κατέφευγαν από την Ανατολική Ευρώπη, υπήρχαν εκεί να ζούνε γύρω στα 2.5 εκατομμύρια άτομα ακόμα –περίπου ο μισός από τον προ-πολεμικό του πληθυσμό.
Περίπου 180 φωτογραφίες του βιβλίου εκδόθηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 σε εφημερίδες και σε σοβιετικές και ανατολικο-γερμανικές εκδόσεις, αλλά ξεχάστηκαν για δεκαετίες μέσα σε αρχεία και ανακαλύφθηκαν κατά τύχη στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Όλες οι φιγούρες που εμφανίζονται στο βιβλίο φωτογραφήθηκαν κατά το τέλος των μαχών, ρίχνοντας φως στο χάος που κυριαρχούσε την πόλη όταν οι Ρώσοι την κατέλαβαν. Μήνες αργότερα, οι συμμαχικές δυνάμεις κατέφθασαν στην πόλη και τη χωρίσανε σε διάφορους τομείς, τον ρωσικό, τον αμερικάνικο, τον αγγλικό και τον γαλλικό. Το βιβλίο κλείνει με την ανάκαμψη της πόλης από τις στάχτες της και τη σταδιακή επιστροφή στη ρουτίνα. Οι εικόνες καταγράφουν την αποκατάσταση του συστήματος δημόσιων μεταφορών, την επιστράτευση του ντόπιου πληθυσμού ώστε να καθαριστούν τα χαλάσματα και έναν κάτοικο να τοποθετεί μια αυτοσχέδια ταμπέλα ανάμεσα στα ερείπια των σπιτιών που έγραφε «Ένα νέο κτίριο ίσως χτιστεί εδώ».
Avner Shapira, Αρθογράφος της Haaretz.
Comments